top of page

Ιστορίες Κατοίκων

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

Απόσπασμα από το Βιβλίο: ΒΑΛΤΕΣΙΝΙΚΟ με υπότιτλο: ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Του Γρηγόρη Κριμπά

Η γυναίκα του χωριού μας παλιότερα.

 

 ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΥΔΑΤΑ.

 Ο Διονύσης Παυλόπουλος και η Γιωργούλα ήταν ένα ζευγάρι αταίριαστο, που ζούσε όμως αρμονικότατα. Η  Γιωργούλα ήταν άγια γυναίκα, υπομονετική καλόβολη, αγαθιάρα. Δεχότανε αδιαμαρτύρητα, τις ιδιοτροπίες  του άντρα της και ικανοποιούσε πρόθυμα τα καπρίτσια του. Εκείνος είχε χάσει από παιδί το δεξί του μάτι και όλοι τον φώναζαν σραβο- Διονύση. Είχε συμφιλιωθεί με το κουσούρι του και δεν του καιγότανε καρφί. Πολλές φορές για να γίνει πιστευτός και τερατολογίες που έλεγε για πλάκα, έκανε τον εξής «φοβερό » όρκο:  « να μην χαρώ το δεξί μου μάτι!…..» Ήταν  ευφυής, καλαμπουρτζής και τυραννικός. Εκμεταλλευόταν την αγαθοσύνη της γυναίκας του και της έκανε το βίο αβίωτο. Έτσι το τίμημα της ομαλής συμβίωσης το πλήρωνε εξ’ ολοκλήρου εκείνη. Όταν όμως κάποτε, έφτασε ο κόμπος στο χτένι του σκάρωσε τέτοιο χουνέρι, που βγήκε μόλογο.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ γίνηκε πολλά χρόνια πριν από τον μεγάλο πόλεμο στο Βαλτεσινίκο. Εκείνα τα χρόνια, όπως όλα τα χωριά και το Βαλτεσινίκο ήτανε χωρίς ηλεκτρικό και χωρίς υδραγωγείο. Νερά όμως είχε άφθονα. Ο ορμητικός Κεφαλόβρυσος, που πήγαζε στο κορφάδι του χωριού, κινούσε τρείς μύλους και τροφοδοτούσε τρία αυλάκια, που διακλαδίζονταν σ’ όλο το χωριό και πότιζαν τα περιβόλια. Η κάθε γειτονιά, εκτός από το «Προσήλιο», είχε τη δική του βρύση με καλοχτισμένες καμάρες και δύο πέτρινες κορύτες.  Η μια για τα «ζα» και  η άλλη για τους κατοίκους. Το νερό το κουβαλούσαν στα σπίτια οι γυναίκες με τα βαρέλια και τα παιδιά με τις βαρέλες η τα κανάτια.

 Το χωριό λόγω της  άφθονης πρώτης ύλης, έχει παράδοση αιώνων στην επεξεργασία του ξύλου. Εκτός από αριστοτέχνες ξυλογλύπτες και σπουδαίους μαραγκούς, διέθετε, τότε και θαυμάσιους βαρελάδες, που κάλυπταν με τα προϊόντα τους, τις ανάγκες της ευρύτερης περιοχής.

 Εκείνο το βράδυ ο στραβο- Διονύσης δεν έβλεπε την ώρα να κλείσει το καφενείο του. Βιαζότανε να πάει στο σπίτι του για να φάει λαγό στιφάδο, ένα φαγητό που του άρεσε ιδιαίτερα, αλλά πολύ σπάνια μπορούσε να το γεύεται. Το λαγό του τον έφερε το απομεσήμερο στο καφενείο ο Γιώργος ο Κρυαβρυσαίος για να ξοφλήσει κάτι βερεσέδια από καφέδες. Ήταν λίγα τότε τα λεφτά και αυτού του είδους οι συναλλαγές ήταν συνηθισμένο φαινόμενο.

 Χαρούμενος ο φίλος μας έστειλε το λαγό με το γιό του το Νικολό στη Γιωργούλα με τη ρητή εντολή να τον ετοιμάσει, με μπόλικα κρεμμύδια, για το βράδυ.

Όταν ήρθε η πολυπόθητη στιγμή κάθισε σε μαλακή μαξιλάρα κοντά στο σοφρά1 κι έπεσε με τα μούτρα στο φαί. ‘Έφαγε του σκασμού, ήπιε κάμποσο κρασί, έστριψε τσιγάρο κι έγειρε μισοναρκωμένος  στο παραγώνι. Θέλεις από το πολύ φαί, θέλεις που κατάπινε λαίμαργα, θέλεις που το κρέας τ’ αγριμιού είναι βαρύ, ένιωσε μεγάλο φόρτωμα στο στομάχι. Ζήτησε νερό . Έκανε να πιεί του ’ρθε αναγούλα. Ήτανε ζεστό σαν κάτουρο ……

 - Μωρή Γιαννούλα, πετάξου στου Σαλή να φέρεις δροσερό νερό να σβήσουμε τη δίψα μας.

 - Όπως θέλεις, Νιόνιο μου, κι έφυγε μέσα στη νύχτα να φέρει δροσερό νερό του Νιόνιου της από του Σαλή.

 Όλοι λένε στο χωριό ότι ο Σαλής είχε το καλύτερο νερό, ελαφρύ και χωνευτικό. Αυτό δηλώνει και η παμπάλαιη παροιμιακή φράση που τη γράφουνε και οι εγκυκλοπαίδειες: « Του Γκραμοβίκου το νερό, του Φώσκολου το πηγάδι και του Σαλή ο έλατος στη Βενετιά γραμμένα». Μόνο που είναι στου διαβόλου τη μάνα,  που λέει ο λόγος. Για να πας εκεί πρέπει να βγεις έξω από το χωριό και να πάρεις ανηφοριές και γκρεμίλες.

 Ας ήτανε άγρια μεσάνυχτα. Ας  έπρεπε να περάσει έξω από το νεκροταφείο του πάνω μαχαλά. Ας ¨κράταγε ο τόπος2, όπως έλεγε και ξανάλεγε η Κουτσοπαναγιώτα η αλαφροϊσκιωτη. Όλα τα ‘καμε χαλάλι, η Γιωργούλα, για χατίρι του Διονύση της, που τον θαύμαζε και τον αγαπούσε, ας είχε ένα μάτι. (Σκεφτείτε να είχε δύο πόσο θα τον αγαπούσε ). Εκεί η Αφρόδω του Νταρβίρα, που είχε εκείνον τον μισοκούντελο 3 το Θανάση, που δεν ήταν άξιος για τίποτα, τον είχε στα όπα – όπα και του είχε σιάξει και τραγούδι:

 Καλός, λοβός, Θανάση μου, σ’ έχω για παραθάρια 4

 Όταν γαυγίζουν τα σκυλιά να τους πετάς λιθάρια!…..

 Η Γιωργούλα που ο Διονύσης της ήταν τετραπέρατος και έπιανε πουλιά στον αέρα, δεν θα πήγαινε στου Σαλή να του φέρει νερό; Θεός φυλάξει. Κάπως έτσι σκέφτηκε και πήρε το δρόμο μονορούφι! Ώσπου να κολλήσει στο κορφοβούνι της ήρθε η ψυχή στα δόντια. Κάθισε στο πεζούλι να πάρει μιαν ανάσα  κι ύστερα ξέπλυνε το κανάτι και το γέμισε. Η ίδια ήπιε από τη γούρνα και ροβόλησε σχεδόν τρέχοντας για το χωριό. Ήθελε να φύγει από την ερημιά το συντομότερο γιατί κράζανε τα νυχτοπούλια και της κόβανε τα ήπατα.

 Όσο έλειπε η Γιωργούλα ο στραβο-Διονύσης…. λαγοκοιμήθηκε. Ξύπνησε από το άνοιγμα της πόρτας και πετάχτηκε λαφιασμένος. Εξαιτίας του ύπνου έχασε την αίσθηση του χρόνου και το μυαλό του πήρε ανάποδες στροφές. Πίστεψε- ήτανε και καχύποπτος ο μακαρίτης- ότι η Γιωργούλα τον εξαπάτησε και έφερε νερό από τον κοντινό Άγιο Θανάση κι όχι από το μακρινό  Σαλή. Έγινε θηρίο. Άρπαξε το κανάτι και το άδειασε από το παράθυρο στο δρόμο.

- Άκου δω μωρή! Ο άνθρωπος που θα με γελάσει εμένα δεν γεννήθηκε ακόμα! Τσακίσου να πας στου Σαλή.

- Μα δεν σε γέλασα Νιόνιο μου…

 - Σκασμός που έχεις μούτρα και μιλάς! Γκρεμοτσακίσου!

 - Καλά Διονύση μου, μη φωνάζεις θα πάω…..

 Μόλις βγήκε από την πόρτα την πήρε το παράπονο . Τρέχανε τα μάτια της ποτάμι. Τα γόνατά της κοπήκανε και δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της, Η ψυχή της φούσκωσε και η καρδιά της τσάκισε. Ζαλίστηκε. Ακούμπησε σε μια πέτρα και καταριότανε τη μοίρα της, « Ακούς εκεί ο σημαδεμένος να μη με πιστεύει» σκεφτότανε και η απελπισία της γινότανε βουνό και την πλάκωνε.

 Μπροστά στα πόδια της έτρεχε το αυλάκι από τον Κεφαλόβρυσο. Μια ιδέα άστραψε στο νου της και η καλότροπη Γιωργούλα έχασε μονομιάς την αθωότητά της. Αποφάσισε να εκδικηθεί το σημαδεμένο τέτοιος που ήτανε. Έμεινε στη ίδια θέση ώρα πολλή , που έφτανε να πάει στου Σαλή και να γυρίσει. Σφούγγισε τα μάτια της με την άκρη του φουστανιού της και γέμισε το ξύλινο κανάτι με τα βρομόνερα του αυλακιού. Ο σραβο-Διονύσης είχε κορακιάσει  από τη δίψα και έκανε βόλτες στο χειμωνιάτικο. Μόλις την είδε να μπαίνει άρπαξε με ορμή το κανάτι από τα χέρια της και έπινε χωρίς να χορταίνει. Όταν έσβησε το καμίνι που έκαιγε μέσα του, πάστρεψε τα πελώρια μουστάκια του με το ‘να και τ’ άλλο χέρι, ξερόβηξε με αυταρέσκεια και είπε με στόμφο: «Αυτά είναι ύδατα κυρά Γιωργούλα! ».

 Η Γιωργούλα έκανε το μισοκακόμοιρο. Την άλλη μέρα όμως δεν κρατήθηκε και το ‘σκασε το μυστικό στη Χριστίτσα του Τσέτου τη γειτόνισσά της. Από στόμα σε στόμα έκανε το γύρο του χωριού στο άψε – σβήσε. Γέλασε ο κάθε πικραμένος με το πάθημα του Στραβο -Διονύση. Και ακόμα γελάνε και ξαναλένε τα λόγια του, σαν παροιμία, όταν η περίσταση το καλεί.

 

****************

1=  Χαμηλό στρογγυλό ξύλινο τραπέζι.

2= Ήτανε στοιχειωμένος.

3= Μισότρελος.

4= Ψεύτικη ελπίδα.

bottom of page